αμφοτερίζω

αμφοτερίζω
αμετ. склоняться то к одному, то к другому, быть в нерешительности, колебаться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αμφοτερίζω" в других словарях:

  • αμφοτερίζω — ἀμφοτερίζω (Α) [ἀμφότεροι] είμαι και με τις δύο πλευρές, και με τον ένα και με τον άλλο …   Dictionary of Greek

  • ἐξημφοτέρικεν — ἐκ ἀμφοτερίζω to be in both ways plup ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐκ ἀμφοτερίζω to be in both ways perf ind act 3rd sg (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμφότεροι — ες, α (ΑΜ ἀμφότεροι, αι, α και σπάνια στον ενικό –ος, α, ον) και οι δύο, και ο ένας και ο άλλος (κατά τους ελληνιστικούς χρόνους έλαβε τη σημασία «όλοι μαζί» αρχ. (στον εν.) 1. καθένας, έκαστος 2. αυτός που μετέχει και στους δύο 3. (το ουδ. στον… …   Dictionary of Greek

  • εξαμφοτερίζω — ἐξαμφοτερίζω (Α) [αμφοτερίζω] κάνω κάτι αμφίβολο ή διφορούμενο («ὁ ἀδελφός σου ἐξημφοτέρικε τὸν λόγον καὶ ἥττηται» κατέστησε τον λόγο αμφίβολο, επαμφοτερίζοντα, Πλάτ.) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»